Σχεδόν οι μισοί ενήλικες με νεοδιαγνωσμένο τύπο 2 σταματούν να παίρνουν μετφορμίνη

διαβήτης παχυσαρκία

Σχεδόν οι μισοί από τους ενήλικες με νεοδιαγνωσμένο διαβήτη τύπου 2, στους οποίους έχει συνταγογραφηθεί το φάρμακο μετφορμίνη, σταματούν να το λαμβάνουν μέσα σε ένα χρόνο, σύμφωνα με μια νέα μελέτη που δημοσιεύθηκε στο περιοδικό Diabetic Medicine.

Η μετφορμίνη θεωρείται το φάρμακο πρώτης γραμμής για τον διαβήτη τύπου 2 και εκτιμάται ιδιαίτερα για την αποτελεσματικότητά της στη μείωση των επιπέδων γλυκόζης στο αίμα και για τον χαμηλό κίνδυνο ανεπιθύμητων ενεργειών. Αλλά περίπου το ένα τρίτο των ανθρώπων αντιμετωπίζουν κάποια πεπτική διαταραχή όταν αρχίζουν να παίρνουν μετφορμίνη, ειδικά αν παίρνουν υψηλότερη δόση του φαρμάκου (πάνω από 500 χιλιοστόγραμμα).

Σε πολλούς ανθρώπους αυτή η παρενέργεια εξαφανίζεται ή μειώνεται πολύ με την πάροδο του χρόνου, αλλά αν συνεχιστεί, η μετάβαση σε σύνθεση μετφορμίνης παρατεταμένης αποδέσμευσης μπορεί να βοηθήσει στην ανακούφιση της δυσφορίας του πεπτικού συστήματος.

Στο πλαίσιο της μελέτης, οι ερευνητές εξέτασαν μια ομάδα ατόμων με νεοδιαγνωσμένο διαβήτη τύπου 2 για να μελετήσουν ποια φάρμακα είχαν συνταγογραφηθεί, πόσο καιρό λάμβαναν οι άνθρωποι τα φάρμακά τους και πόσο κοστίζουν αυτά τα φάρμακα. Από 17.932 άτομα με τύπο 2 που διαγνώστηκαν μεταξύ Απριλίου 2012 και Μαρτίου 2017, το 89% έλαβε συνταγή μετφορμίνης ως αρχική φαρμακευτική αγωγή. Ένα άλλο 7,6% έλαβε συνταγή τόσο για μετφορμίνη όσο και για άλλο φάρμακο για τον διαβήτη, ενώ στο 3,3% χορηγήθηκε διαφορετικό φάρμακο για τον διαβήτη. Τα άτομα που άρχισαν να λαμβάνουν ινσουλίνη ως το πρώτο τους φάρμακο για τον διαβήτη αποκλείστηκαν από τη μελέτη, όπως σημειώνεται σε άρθρο στο Medscape.

Μόνο το 54% συνεχίζει τη συνταγή μετφορμίνης μετά από ένα χρόνο

Μεταξύ όλων των συμμετεχόντων στους οποίους χορηγήθηκε μετφορμίνη, τα διαθέσιμα δεδομένα έδειξαν ότι το ποσοστό που συμπλήρωσε τις συνταγές του για να καλύψει τον καθορισμένο αριθμό ημερών μειώθηκε κατά 10% μετά από 30 ημέρες, κατά 10% μετά από 90 ημέρες και ξανά κατά 10% μετά από 100 ημέρες. Μετά από ένα χρόνο, μόνο το 54% των ατόμων στους οποίους χορηγήθηκε μετφορμίνη συνέχισαν να κάνουν χρήση των συνταγών τους. Οι συμμετέχοντες που συνέχισαν να λαμβάνουν μετφορμίνη ήταν πιο πιθανό να είναι μεγαλύτεροι, να έχουν άλλες παθήσεις εκτός από τον διαβήτη και να ζουν σε γειτονιές με υψηλότερο εισόδημα σε σύγκριση με εκείνους που σταμάτησαν να λαμβάνουν μετφορμίνη.

Όσον αφορά στα έξοδα υγειονομικής περίθαλψης, οι άνθρωποι στους οποίους αρχικά χορηγήθηκε φάρμακο διαφορετικό από τη μετφορμίνη είχαν συνολικό κόστος υγειονομικής περίθαλψης που ήταν περίπου διπλάσιο σε σχέση με εκείνο εάν χορηγήθηκε μετφορμίνη από μόνη της. Αυτό μπορεί να οφείλεται εν μέρει επειδή τα άτομα αυτής της ομάδας ήταν πιο βαριά, αλλά ένας παράγοντας είναι ότι το κόστος συνταγογράφησης φαρμάκων ήταν πέντε έως επτά φορές υψηλότερο συγκριτικά με εκείνο των συμμετεχόντων που έλαβαν μετφορμίνη (που είναι ένα γενικό φάρμακο χαμηλού κόστους).

Δεν είναι σαφές γιατί τόσοι πολλοί άνθρωποι σταμάτησαν να λαμβάνουν μετφορμίνη. Ενας λόγος μπορεί να είναι ότι πολλά άτομα με νεοδιαγνωσμένο διαβήτη τύπου 2 δεν συνειδητοποιούν πόσο σημαντικός είναι ο έλεγχος της γλυκόζης στο αίμα και μπορεί να αισθάνονται μια χαρά χωρίς τη λήψη του φαρμάκου. Εάν αυτό επιβεβαιωθεί από περισσότερη έρευνα, τότε τα αποτελέσματα της μελέτης υποδηλώνουν ότι οι γιατροί μπορεί να χρειαστεί να επιμείνουν τονίζοντας πόσο σημαντικός είναι ο έλεγχος της γλυκόζης στο αίμα για τη μακροπρόθεσμη υγεία των ατόμων με νεο διαγνωσμένο διαβήτη.

Με πληροφορίες από Diabetes Self-Management

Μετάβαση στο περιεχόμενο